Καλή μέρα, καλή εβδομάδα και καλό μήνα φίλοι μου! (Κοιτάξτε τι ωραία που ακούγονται τρεις ευχές σε μία πρόταση). Ελπίζω το Σαββατοκύριακό σας να λιώσατε κι εσείς στους καναπέδες όπως εγώ, ειδάλλως να φύγατε για ωραία διήμερα ή για ατελείωτες βόλτες με τους δικούς σας ανθρώπους, αψηφώντας το κρύο που άρχισε να μας δείχνει τις προθέσεις του για φέτος.
Σήμερα σκεφτόμουν να αναρτήσω το ποστ της τεμπέλας. Ξέρετε, εκείνο που επειδή δεν έχω έμπνευση, αλλά θέλω πολύ να γράψω για να επικοινωνήσω μαζί σας, ας πούμε για το καλό της εβδομάδας, ανεβάζω ένα βίντεο, ένα ωραίο κατά τη γνώμη μου τραγουδάκι και τέλος. Καθόλου μεμπτό, αλλά λίγο βρε παιδί μου. Λίγο κι εύκολο. Τελικά αντιστάθηκα στα ταπεινά μου ένστικτα και βρήκα θέμα να ασχοληθώ. Ιδού:
Τελευταία με έχει πιάσει μια εργασιομανία, όχι αδικαιολόγητα βέβαια, γιατί οι δουλειές τρέχουν ανελέητα κι από πίσω τους τρέχω κι εγώ. Το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, είχα βγει για καφέ με μια φίλη μου που συμπτωματικά μένει κοντά στο γραφείο μου. Αφού γυρνούσαμε κι ήμουν έτοιμη να φύγω για το σπίτι μου, σκέφτηκα "Και δεν πετάγομαι λίγο από το γραφείο να δω κάτι χαρτιά που έχω αφήσει; Μισή ωρίτσα μόνο και έφυγα". Αμ δε; Μόλις ήρθα εδώ κι άνοιξα λίγο τον υπολογιστή να χαζέψω, με έπιασε μια χαρά και μια δημιουργικότητα κι άρχισα να συντάσσω μια έφεση. Όταν ξανακοίταξα το ρολόι μου, ήταν πέντε και μισή το πρωί (;). Τα μάζεψα γρήγορα γρήγορα και ξεκίνησα να προλάβω το πρώτο πρωινό δρομολόγιο του μετρό. Και το πρόλαβα. Και ενώ νόμιζα ότι θα είναι άδειο, τι είδαν τα ματάκια μου; Μια ολόκληρη διμοιρία ανθρώπων είχαν αρχίσει τη μέρα τους ή τελείωναν την προηγούμενη, από όσο μπορούσα να συμπεράνω από το ντύσιμο και την έκφραση των "ξενύχτηδων" (Αχ, αυτούς πόσο τους ζήλεψα!).
Κατεβαίνοντας στο μετρό του Αιγάλεω και περιμένοντας το λεωφορείο για το σπίτι μου, ώρα 6 το πρωί, πίσσα σκοτάδι ακόμη έξω, διαπίστωσα ότι γύρω μου ο κόσμος πλήθαινε. Τι υπέροχο μωσαϊκό ήταν αυτό! Ζευγαράκια και παρέες που γυρνούσαν από μπαρ, γιαγιάδες που έχοντας μαζί το εργόχειρό τους πήγαιναν να φυλάξουν τα εγγονάκια τους, γιατί οι γονείς τους δούλευαν, έφηβοι που ξεκινούσαν τη μέρα τους στο γυμναστήριο από νωρίς, στρατιώτες που περίμεναν το δρομολόγιο για το στρατόπεδο, άλλοι αξιωματικοί με γυαλιστερές στολές και ύφος χιλίων καρδιναλίων, οικιακές βοηθοί που μιλούσαν στη γλώσσα τους χαρούμενες και ζωηρές, "πεταλούδες της νύχτας" που τέλειωσαν τη βάρδια και πήγαιναν για ύπνο, μεθυσμένοι παππούδες που δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι σχεδόν, ταξιτζήδες στη σειρά, μικροπωλητές, και μέσα σε όλους αυτούς κι εγώ, να μπορώ να τους παρατηρώ αόρατη. Το καλό της μεγάλης πόλης, αν θέλεις να χαθείς, εύκολα χάνεσαι μέσα στο πλήθος. Αν είχα μια φωτογραφική, θα είχα τώρα πολλές πολλές φωτογραφίες. Αλήθεια σας το λέω, όλη η εικόνα μου άρεσε πολύ. Γενικά μου αρέσει να νιώθω ότι δραπετεύω, ότι βγαίνω από τον κανονικό τρόπο ζωής μου και απολαμβάνω να μου συμβαίνει κάτι "έκτακτο", έξω από τα συνηθισμένα, όπως το παραπάνω. Νιώθω ότι μπορώ να αναπνεύσω πιο ελεύθερα. Και ο παλμός της πόλης εκείνη την ώρα ήταν τελικά πολύ πιο δυνατός από όσο μπορούσα να φανταστώ κι ας ήταν καθημερινή, κι ας ήταν ώρα δύσκολη.
Αυτή η πόλη πραγματικά ποτέ δεν κοιμάται.